Σάββατο, 10 Ιουνίου 2017

Περιβαλλοντικός λαϊκισμός

Όταν η «δράση για το περιβάλλον» χωρίς γνώση και κανόνες κάνει ζημιά στην άγρια φύση


Το «περιβάλλον» ως προβολή
H «προστασία του περιβάλλοντος», όπως κάθε δημοφιλής θέση ή τάση, συχνά γίνεται αντικείμενο λαϊκιστικής εκμετάλλευσης (για απλή προβολή ή οικονομικό όφελος). Αυτό ίσως είναι το αναπόφευκτο τίμημα της επικράτησης μιας ιδέας που έπαψε να είναι περιθωριακή. Ωστόσο, ο λαϊκισμός, εστιάζοντας μόνο στο συναίσθημα, δημιουργεί δύο ειδών προβλήματα.

Πρώτον, βαυκαλίζει το κοινό με εντυπώσεις αντί για πράξεις. Για παράδειγμα, στη διαχείριση απορριμμάτων, εξακολουθούν να υπάρχουν παράγοντες, φορείς και χορηγοί που προτιμούν «φιέστες» (π.χ. πράσινες εβδομάδες ανακύκλωσης), ευφυείς καινοτομίες (π.χ. μηχανές που καταπίνουν αλουμινένια κουτιά) ή ελκυστικές πινακίδες και καθηλωτικά σποτ (π.χ., για το χρόνο αποδομής των απορριμμάτων ή για τα πλαστικά στους ωκεανούς) αντί για μέτρα όπως νομοθεσία, κανονισμούς, υποδομές ή υπεύθυνη, «πόρτα – πόρτα» εκπαίδευση των δημοτών σε κάθε Δήμο.

Το δεύτερο πρόβλημα με τον «περιβαλλοντικό λαϊκισμό» είναι ότι προάγει τον αυθορμητισμό και υποτιμά το ρόλο της λογικής και της επιστήμης. Έτσι, παραβλέπει τις επιπτώσεις που κάθε ανθρώπινη δραστηριότητα έχει στη φύση. Η δήλωση «οικολογικής ευαισθησίας» θεωρείται αυτόχρημα «απαλλαγή περιβαλλοντικών όρων» και συχνά οδηγεί σε δράσεις όχι απλά περιττές αλλά επιζήμιες.

Ο Περιβαλλοντικός λαϊκισμός κάνει ζημιά στην άγρια φύση.
Θα εξετάσουμε δύο παραδείγματα δημοφιλών περιβαλλοντικών δράσεων (που συχνά διοργανώνονται ως μαζικά «events», με συμμετοχή σχολείων, φορέων και εθελοντών) που μπορεί να έχουν αρνητικές περιβαλλοντικές επιπτώσεις αν υλοποιηθούν χωρίς όρους. Αυτά είναι οι καθαρισμοί σε φυσικές περιοχές και οι δεντροφυτεύσεις καμένων περιοχών. Σίγουρα, αυτές δεν γίνονται μόνο για προβολή. Συχνά στοχεύουν ειλικρινά στο «να κάνουν κάτι για το περιβάλλον» ή να ενεργοποιήσουν αρχές και κοινωνία ή να εισάγουν μαθητές και νέους στην εθελοντική δράση.  Όσο, όμως, σπουδαίος και αν είναι ο στόχος, όταν αγνοούμε βασικά δεδομένα για την άγρια φύση ή εστιάζουμε μόνο στο θυμικό και στο συμβολισμό (με έμφαση στη δημοσιότητα ή τη μαζικότητα της συμμετοχής - αντιγράφοντας, δηλαδή, μεθόδους των λαϊκιστών) μπορεί να προκαλέσουμε πρόβλημα.

Α. Καθαρισμοί σε φυσικές περιοχές, ιδίως παραλίες και υγρότοπους. Αυτοί συχνά χάνουν ακόμη και τον οικολογικό συμβολισμό τους και απλά γίνονται το περιβαλλοντικό άλλοθι των υπευθύνων καθαριότητας της περιοχής (π.χ. Δήμος). Επίσης, στρεβλώνουν το νόημα του περιβαλλοντικού ακτιβισμού, φτάνοντας στο σημείο οι μαθητές να θεωρούν ότι στις εκδηλώσεις για το περιβάλλον (ειδικά την 5η Ιουνίου) «μαζεύουμε σκουπίδια». Ωστόσο, όπως είπαμε, εδώ μας απασχολούν τα λάθη στην υλοποίηση των καθαρισμών.
Καθαρισμός παραλίας στις εκβολές του ρέματος Ραφήνας. Ιούνιος 2017. Μια κυριολεκτικά καταστροφική επέμβαση λόγω της μεθόδου και της εποχής που έγινε. Φωτ. Χλόη Μαυρουδη.

Τα λάθη συμβαίνουν ιδίως στις παραλίες, οι οποίες αντιμετωπίζονται ως πλαζ και όχι ως οικοσυστήματα, ακόμη και όταν προστατεύονται επίσημα, π.χ. ως μέρος αμμόλοφων ή ως παραλιακό τμήμα υγροτόπων (συχνά και τα δύο). Επίσης, πολλοί αγνοούν ότι στις παραλίες σταθμεύουν ή φωλιάζουν κάποια απειλούμενα είδη πουλιών (απειλούμενα, ακριβώς επειδή ζουν σε παραλίες, στις οποίες κάποτε δεν πατούσε κανείς, ενώ σήμερα είναι πολύβουες πλαζ).

Όταν, λοιπόν, «καθαρίζουμε» μια τέτοια περιοχή με λάθος τρόπο ή σε λάθος εποχή μπορεί να συμβούν τα εξής αρνητικά για τη φύση: 

1. Απομάκρυνση, εκτός των σκουπιδιών, και φυσικών στοιχείων που δεν ταιριάζουν με την ανθρώπινη «αισθητική», όπως ξύλα, πεσμένοι κορμοί, κλαδιά, σωροί από φύλλα ποσειδωνίας, καλάμια, ρίζες, μεγάλες πέτρες, τα οποία αποτελούν δομικό υλικό του οικοσυστήματος και προστατεύουν την ακτή από διάβρωση.

2. Καταστροφή φυσικής βλάστησης (θάμνοι, φρύγανα, πόες) είτε με ποδοπάτημα ή εκούσια, π.χ., για «αντιπυρική» προστασία. Όπως και στην προηγούμενη περίπτωση, έτσι καταστρέφεται ενδιαίτημα άγριας πανίδας, ιδίως ερπετών (των μεγάλων αδικημένων της ελληνικής φύσης).

3. Όχληση άγριων ζώων, ιδίως πουλιών, που τρέφονται ή ξεκουράζονται στις παραλίες.

4. Καταστροφή φωλιών και νεοσσών πουλιών που φωλιάζουν στο έδαφος (χαραδριοί, νανογλάρονα, νεροχελίδονα, κορυδαλλοί κλπ.) ή στις όχθες λόγω όχλησης, ποδοπατήματος ή απομάκρυνσης αντικειμένων που παρέχουν κάλυψη.

5. Απομάκρυνση «ξένων αντικειμένων» (π.χ. ρόδες, καφάσια, κομμάτια πλαστικού) που έχουν μείνει καιρό στη φύση και αποτελούν «μέρος του οικοσυστήματος» (π.χ. ως κάλυψη φωλιών, ως καταφύγιο ζώων που ξεχειμωνιάζουν ή κρύβονται από τον ήλιο, ως θέση ξεκούρασης). Σίγουρα, αυτά πρέπει, τελικά, να απομακρύνονται, όμως πρέπει να επιλεγεί προσεκτικά η στιγμή που θα γίνει αυτό.
Ποταμοσφυριχτής σε θέση αναπαραγωγής σε παραλία της Κρήτης. Όπως σε πολλά ακόμη είδη πουλιών, οι φωλιές βρίσκονται στο έδαφος και βασίζονται στην παραλλαγή για την προστασία τους. Κάθε υλικό στην εικόνα αποτελεί πλέον μέρος του ενδιαιτήματος του πουλιού και κάθε παρέμβαση θα θέσει το φώλιασμα σε κίνδυνο. Συμφωνούμε ότι το δοχείο από σπρέι και τα πλαστικά καλαμάκια στην εικόνα πρέπει να απομακρυνθούν, όμως, αφού αυτό δεν έγινε ΠΡΙΝ ξεκινήσει το φώλιασμα (αρχές Απριλίου), πρέπει να περιμένουμε να γίνει μετά το πέρας της αναπαραγωγής (κατά προτίμηση, μετά τα μέσα Σεπτεμβρίου).  Αν ο καθαρισμός γίνει την εποχή φωλιάσματος, οι φωλιές κινδυνεύουν και από ποδοπάτημα. Φωτ. Μιχάλης Δρετάκης


Σωστά οργανωμένος καθαρισμός στην Αλυκή Αιγίου στα τέλη Σεπτεμβρίου


Η ίδια σκηνή, αν ελάμβανε χώρα, αντί για τέλη Σεπτεμβρίου, τον Ιούνιο, θα ισοδυναμούσε με τεράστια όχληση στα πουλιά που φώλιαζαν


Το τελικό αποτέλεσμα λίγων ωρών απρόσεκτου καθαρισμού μπορεί να είναι αλλοίωση οικοσυστήματος, διάβρωση, αποτυχία φωλιάσματος, εκδίωξη ή θάνατος ζώων των οποίων διακόπηκαν ζωτικές λειτουργίες. Όταν, δε, ο καθαρισμός γίνεται «αποξήλωση» ή «αποψίλωση» (ειδικά με χρήση μηχανημάτων) η οικολογική ζημιά μπορεί να είναι τεράστια. Για να αποφευχθούν αυτά πρέπει να τηρούνται βασικοί κανόνες στις εκδηλώσεις καθαρισμού φυσικών περιοχών:
  • Η μαζική παρουσία κόσμου πρέπει να είναι σαφώς οριοθετημένη. Στα πιο ευαίσθητα σημεία (όχθες, αμμόλοφοι, μέσα σε υγρότοπο) ο καθαρισμός γίνεται από ολιγομελείς ομάδες, ήσυχα, γρήγορα και συντονισμένα.
  • Οι καθαρισμοί φυσικών περιοχών πρέπει να γίνονται εκτός εποχής αναπαραγωγής των πουλιών, δηλαδή πριν τον Απρίλιο και μετά τον Αύγουστο. Σε γενικές γραμμές, κάθε καθαρισμός σε φυσικές περιοχές είναι καλό να γίνεται φθινόπωρο, όταν έχει περάσει η αναπαραγωγή των ζώων και η ανθοφορία και αυξητική περίοδος των φυτών, ενώ τα νερά βρίσκονται στο χαμηλότερο επίπεδο. Πάντως, η στιγμή του καθαρισμού καθορίζεται πρωτίστως από το αντικείμενο προστασίας κάθε περιοχής  (π.χ., αν αυτό είναι πουλιά που διαχειμάζουν, απαγορευτική εποχή είναι ο χειμώνας).
  • Απομακρύνουμε μόνο σκουπίδια και όχι φυσικά υλικά.
  • Δίνουμε σαφείς οδηγίες για την αποφυγή θορύβων, φωτισμού κλπ.
  • Καθαρίζουμε πρώτα ένα τμήμα της περιοχής και μετά περνάμε στο επόμενο. Αυτό δίνει τη δυνατότητα στα πουλιά να καταφύγουν σε κάποιο άλλο τμήμα όσο εμείς καθαρίζουμε. Δεν διασκορπιζόμαστε ταυτόχρονα σε όλη την περιοχή ώστε να προκαλούμε διαρκή όχληση καθ’ όλη τη διάρκεια του καθαρισμού.
  •  Δεν απομακρύνουμε «ξένα αντικείμενα» που είναι παρατημένα καιρό στη φύση πριν βεβαιωθούμε ότι δεν υπάρχει πρόβλημα: κάτω από μια πεταμένη ρόδα μπορεί να διαχειμάζουν αμφίβια και ερπετά, δίπλα από ένα πεταμένο μπουκάλι μπορεί να κρύβεται η φωλιά ή ο νεοσσός ενός Νανογλάρονου, κάτω από ένα κομμάτι πλαστικού μπορεί να βρίσκονται αυγά ασπόνδυλων, ένα καφάσι που εξέχει από το νερό μπορεί να αποτελεί το μοναδικό στεγνό μέρος για να στέκονται πουλιά κλπ. Καλύτερα η απομάκρυνσή τους να γίνεται σε «μεταβατικές» εποχές, π.χ. νωρίς την άνοιξη ή το φθινόπωρο.
Σε κάθε περίπτωση, σε σημαντικές φυσικές περιοχές, όπως αυτές του Δικτύου Natura-2000 και τα Καταφύγια Άγριας Ζωής, πρέπει να δημιουργηθεί πρωτόκολλο καθαρισμού με τη συμμετοχή δασαρχείου, επιστημονικών φορέων και συλλόγων, το οποίο θα καθορίζει τους όρους του καθαρισμού με βάση τις ιδιαιτερότητες της κάθε περιοχής.

Β. Αναδασώσεις καμμένων περιοχών. Το πρόβλημα της διαχείρισης των καμένων περιοχών είναι τεράστιο και δεν μπορεί να αναλυθεί εδώ. Το σίγουρο είναι ότι, μολονότι οι δεντροφυτεύσεις δεν είναι η μόνη ούτε η κυριότερη μέθοδος ανάκαμψης ενός οικοσυστήματος μετά από πυρκαγιά, αμέτρητες ώρες ενθουσιώδους λαϊκής συμμετοχής και δημοσιότητας δαπανώνται σε φιέστες φυτεύσεων, συχνά με τα εξής αρνητικά αποτελέσματα:

1. Φύτευση που δεν χρειάζεται. Όταν καεί ένα υγιές μεσογειακό οικοσύστημα, η βλάστηση ανακάμπτει μόνη της ταχύτατα (με σπόρους ή ριζοβλαστήματα από καμένα δέντρα και θάμνους), περνώντας μέσα από ωραιότατα στάδια «οικολογικής διαδοχής» (πόες ή χαμηλοί θάμνοι – ψηλή μακία – δάσος). Απλά, δεν πρέπει να φυτέψουμε εκεί.

2. Φύτευση λάθος ειδών. Δηλαδή με ξενικά είδη ή με ξένες ποικιλίες από δήθεν ντόπια είδη (δηλαδή λάθος είδη πεύκου, βελανιδιάς κ.λπ.).

3. Φύτευση σε λάθος εποχή. Δηλαδή εκτός της υγρής περιόδου, κάτι που καταδικάζει τη δεντροφύτευση σε αποτυχία.

4. Παραμέληση μετά τη δεντροφύτευση - η συχνότατη θέα των ξεραμένων δενδρυλίων καταγράφεται από τους συμμετέχοντες στις αναδασώσεις κάτοικους των γύρω περιοχών.

5. Καταστροφή της φυσικής αναγέννησης. Η μαζική διέλευση και το ποδοπάτημα καταστρέφουν μικρά πευκάκια ή εύθραυστα ριζοβλαστήματα από θάμνους και δρυς. Ζημιά μπορεί να γίνει και από το σκάψιμο (έτσι καταστράφηκε το 2007 ο ένας από τους μόλις τρεις άρκευθους που είχαν γλιτώσει από τη μεγάλη πυρκαγιά στην ορεινή Αιγιάλεια).

Εκτός από τις άμεσες επιπτώσεις, η έμφαση στις μαζικές αναδασώσεις συμβάλει σε ευρύτερα προβληματικές καταστάσεις στη διαχείριση καμένων περιοχών:

6. Στερεί ανθρώπινο δυναμικό και πόρους από την προστασία της φυσικής αναγέννησης, η οποία χρειάζεται φύλαξη από βόσκηση, ποδοπάτημα, εκχερσώσεις, αλλά και ενίσχυση, π.χ. με «ανόρθωση» των δρυών (κόβοντας τα πολλά ριζοβλαστήματα που ξεπετάγονται, ώστε να δυναμώσει ένα από αυτά και να ξαναγίνει γρήγορα δέντρο). Πώς θα βρεθούν εθελοντές και κονδύλια για αυτά, όταν πολυδιαφημίζονται οι μαζικές λαϊκές αναδασώσεις;

7. Κατασπαταλά πόρους. Μια σύγκριση ανάμεσα σε περιοχές με πανάκριβα project αναδασώσεων και σε γειτονικές περιοχές που απλά αφέθηκαν στη φυσική αναγέννηση, π.χ., στον αρχαιολογικό χώρο της Ολυμπίας, θα πείσει και τον πιο δύσπιστο.

8. Συμβάλει στην αλλοίωση των μεσογειακών οικοσυστημάτων, τα σημαντικότερα από τα οποία δεν είναι δάση. Για παράδειγμα, τα ωραιότατα θαμνώδη και φρυγανικά οικοσυστήματα στον Υμηττό και τα Τουρκοβούνια (όπου κάθε άνοιξη η μεσογειακή φύση ξεδιπλώνεται σε όλο της το μεγαλείο, με εκατοντάδες είδη λουλουδιών και ζώων, και τα οποία έχουν αντιδιαβρωτική και αντιπλημμυρική λειτουργία ισάξια του δάσους) απειλούνται συνεχώς από αναδασώσεις με πεύκα.

9. Οδηγεί σε απώλεια της ευκαιρίας να διορθωθούν διαχειριστικά λάθη του παρελθόντος. Για παράδειγμα, όταν η πυρκαγιά καταστρέφει πεύκα που είχαν εισβάλει σε δρυοδάση, ή ευκαλύπτους που είχαν κακώς φυτευτεί σε φυσικές περιοχές, είναι ευκαιρία να επαναφέρουμε το οικοσύστημα στην αρχική του μορφή (κόβοντας τα εισβολικά είδη πριν αναπτυχθούν ξανά) και όχι να αρχίσουμε να φυτεύουμε.
Περιοχή Καϊάφα, Ηλεία (2015). Η φύτευση Κουκουναριάς (σε πρώτο πλάνο) ως "αναδάσωση" είναι περιττή, αφού υπάρχει δυναμική αναγέννηση του Χαλέπιου Πεύκου (σε δεύτερο πλάνο). Αξιοποιεί, πάντως, την ευκαιρίας που έδωσε η πυρκαγιά του 2007, για να επαναφέρειτο οικοσύστημα σε μια πιο ισορροπημένη μορφή (με λιγότερα πεύκα και περισσότερες κουκουναριές). Πάντως, σύμφωνα με τις ανάγκες διατήρησης της βιοποικιλότητας σε μια περιοχή Natura-2000, το πρώτο που έπρεπε να γίνει ήταν να κοπούν οι ξενικοί Ευκάλυπτοι στο βάθος, οι οποίοι επίσης κάηκαν, αλλά αφέθηκαν να ξαναπρασινίσουν.   

Για αντιμετωπιστεί αυτή η κατάσταση χρειάζονται πολλά. Συνοψίζουμε κάποιες οριζόντιες απαράβατες αρχές:
  • Καμία αναδάσωση σε φυσικές περιοχές δεν γίνεται για λόγους επικοινωνιακούς ή συμβολικούς, αλλά μόνο αν προβλέπεται σε σχέδιο αποκατάστασης.
  • Καμία αναδάσωση σε φυσική περιοχή δεν γίνεται χωρίς τη σύμφωνη γνώμη (όχι απλή «ανοχή») του Δασαρχείου.
  • Σε σημαντικές φυσικές περιοχές (π.χ. Natura-2000), το ειδικό σχέδιο αποκατάστασης πρέπει να συντάσσεται όχι μόνο από δασολόγους αλλά και από ειδικούς στα ελληνικά οικοσυστήματα. Στην πραγματικότητα, αυτό πρέπει να γίνεται παντού, αλλά ας αρχίσουμε με αυτό.
Κατά τη «φορτισμένη συναισθηματικά» περίοδο μετά την πυρκαγιά, η στάση της κοινής γνώμης επηρεάζει την κατεύθυνση κρατικών ή ιδιωτικών πόρων που θα ακολουθήσει (από πολίτες ή μεγάλους χορηγούς), άρα και τις δράσεις. Σε αυτή τη φάση οφείλουμε να υπενθυμίζουμε τις βασικές αρχές:
  • Η φυσική αναγέννηση και η οικολογική διαδοχή είναι το πρώτο πράγμα στο οποίο εστιάζουμε μετά την πυρκαγιά. Κατόπιν εξετάζουμε αν χρειάζεται δεντροφύτευση (π.χ. μετά από διαδοχικές πυρκαγιές στην ίδια τοποθεσία)
  • Σεβόμαστε τους ρυθμούς της φύσης. Δεν υποκύπτουμε σε προτάσεις γρήγορης αποκατάστασης με λύσεις οικολογικά απαράδεκτες (π.χ. να φυτευτούν μαυρόπεκα στη θέση καμένου ελατοδάσους επειδή έτσι, πράγματι, θα έχουμε «δάσος» πιο γρήγορα)
  • Η διαχρονική παρακολούθηση και εποπτεία μιας καμένης περιοχής είναι πιο σημαντική από τις πολυδάπανες «μια κι έξω» παρεμβάσεις
  • Υπάρχουν πολλές δράσεις πέρα από τη δεντροφύτευση στις οποίες μπορεί να βοηθήσει το κοινό (π.χ. εποπτεία, ανόρθωση, συλλογή ντόπιων σπόρων και φυτώριο, προστασία άκαυτων θυλάκων κλπ.). Ειδικά για καμένα ώριμα πευκοδάση, μπορεί να έχει περισσότερο νόημα η αραίωση των χιλιάδων δενδρυλλίων που θα βγουν, παρά η φύτευση νέων.



Στήριξη ριζοβλαστήματος βελανιδιάς , λίγους μήνες μετά την πυρκαγιά.


Συμβολική "ανόρθωση" βελανιδιάς. Οι δράσεις και στις δύο φωτογραφίες αποτελούν μέρος εκπαιδευτικού προγράμματος για την ανάδειξη και προστασία της φυσικής αναγέννησης

  • Το πυκνό δάσος δεν είναι πάντα ο ζητούμενος στόχος. Μια βουνοπλαγιά με υψηλή μακία ή σαβάνα με 20 - 30 αραιές δρυς αποτελεί ωραιότατο, πλούσιο και υγιές οικοσύστημα – δεν χρειαζόμαστε αναγκαστικά 500 πεύκα.
  • Αντιστεκόμαστε στις ηχηρές προτάσεις με «ευφυείς» μεθόδους που έρχονται σωρηδόν. Δεν υπάρχει «colpo grosso» στην αποκατάσταση καμένων περιοχών. Υπάρχει μια φυσική διαδικασία, την οποία πρέπει να διαφυλάξουμε και, σε μερικές περιπτώσεις, να επιταχύνουμε. (Με την ευκαιρία, να πούμε ότι οι «σπορές» με σβόλους από πηλό γεμάτους με διάφορα είδη σπόρων είναι απαράδεκτες ως μέσο διαχείρισης φυσικών οικοσυστημάτων)
  • Αποφεύγουμε τον όρο «οικολογική καταστροφή», τουλάχιστον για τα μεσογειακά οικοσυστήματα. Η φωτιά στη Μεσόγειο, παρά τα ακραία φαινόμενα, παραμένει φυσικός παράγοντας. Η εικόνα μιας καμένης περιοχής σε κάποιο στάδιο οικολογικής διαδοχής δεν είναι ανωμαλία αλλά φυσιολογική κατάσταση. Χιλιάδες είδη φυτών και ζώων είναι προσαρμοσμένα σε αυτή – δεν περιμένουν να ξαναγίνει «δάσος».
Καμένο πευκοδάσος δύο χρόνια μετά την πυρκαγιά. Πλούσια αναγέννηση και μεγάλος αριθμός φυτών και ζώων που δεν περιμένουν να ξαναγίνει "δάσος". Μεγάλο μέρος της μεσογειακής βιοποικιλότητας είναι προσαρμοσμένο σε τέτοιες φάσης διαδοχής μετά την πυρκαγιά. 

Από τα παραπάνω εξαρτάται το αν η εθελοντική συμμετοχή θα είναι μια τιτάνια δύναμη αναγέννησης ή το «ντεκόρ» σε εκδηλώσεις προβολής των διοργανωτών.

Γ. ... και πολλά άλλα. Υπάρχουν πολλά ακόμη παραδείγματα περιβαλλοντικού λαϊκισμού, όπου δήθεν «φιλοπεριβαλλοντικές» δράσεις έχουν αρνητικές επιπτώσεις. Το τάισμα άγριων ζώων, αντί για «οικολογική πράξη», είναι ένα από τα πρώτα που (πρέπει να) απαγορεύεται σε φυσικές περιοχές. Εκτός από ειδικές περιπτώσεις υπό αυστηρή επιστημονική εποπτεία, π.χ., ταΐστρες για γύπες ή σε ακραία κακοκαιρία, το τάισμα απλά ευνοεί κοινά οπορτουνιστικά είδη (π.χ. γλάρους, κορακοειδή, αλεπούδες κλπ.) ή οικόσιτα (π.χ. κατοικίδιες πάπιες και χήνες, σκύλους και γάτες). Δηλαδή, αντί να στηρίζει ευαίσθητα είδη, βοηθά επικίνδυνους θηρευτές ή ανταγωνιστές τους. Σε άλλες περιπτώσεις, το τάισμα κάνει τα άγρια ζώα επικίνδυνα ανεκτικά προς τον άνθρωπο, γίνεται εκεί που υπάρχει άφθονη φυσική τροφή ή αποσπασματικά (εξαπατώντας τα ζώα ότι δήθεν υπάρχει σταθερή τροφή) και με ακατάλληλες τροφές, ενώ οι τροφές που μαζεύονται στο νερό (π.χ.,  ψωμιά) αποτελούν εστία μόλυνσης.

Οι απελευθερώσεις, είτε αιχμάλωτων ζώων (pets) ή ως «εμπλουτισμοί» αποτελούν μια από τις σοβαρότερες απειλές για τη βιοποικιλότητα (π.χ., η καταστροφική απελευθέρωση αμερικανικών μινκ από φάρμες γουνοφόρων ζώων στην Καστοριά ή οι εισαγωγές νέων ειδών ψαριών που εξολοθρεύουν, ως θηρευτές ή ανταγωνιστές, τα πολύτιμα ενδημικά είδη της ελληνικής ιχθυοπανίδας των γλυκών νερών). Η απελευθέρωση οποιουδήποτε ξενικού είδους απαγορεύεται. Ακόμη και η επανεισαγωγή ντόπιων ειδών που εξαφανίστηκαν γίνεται μόνο μετά από σχολαστική τεκμηρίωση. Κι όμως, «εμπλουτισμοί» με «θηράματα» ή «αλιεύματα» εξακολουθούν, παρά τις απαγορεύσεις, να γίνονται με είδη ξενικά (π.χ. μουφλόν, «sport fishes») ή άσχετα με το βιότοπο (π.χ. φασιανοί σε μεσογειακά οικοσυστήματα) ή με ντόπια μεν είδη αλλά που προέρχονται από ξένους πληθυσμούς (π.χ. λαγούς, πέρδικες ή πέστροφες από άλλες περιοχές), προκαλώντας γενετική αλλοίωση των ντόπιων πληθυσμών. Κάποιες Κυνηγετικές Οργανώσεις συχνά μετατρέπουν τέτοιες δράσεις σε «φιέστες», επομένως εμπίπτουν στα χαρακτηριστικά του «περιβαλλοντικού λαϊκισμού».

Θα μπορούσαμε να αναφέρουμε πολλά ακόμη, π.χ. «περιβαλλοντικές εκδηλώσεις» με μεγάλη σπατάλη πόρων και ενέργειας ή διαταραχή σε ευαίσθητες περιοχές, «περιβαλλοντικά πάρκα» με αιχμάλωτα ζώα, «περιβαλλοντικοί σύλλογοι» με άγρια αναπτυξιακές θέσεις (αρκεί να υπάρχει καθαριότητα και πράσινο...), «περιβαλλοντικά θεάματα» οικολογικά απαράδεκτα όπως ιερακοθηρία, «περιβαλλοντικά φιλικές εγκαταστάσεις» με γκαζόν και πισίνες στη θέση φυσικών οικοσυστημάτων, «περιβαλλοντικές αναπλάσεις» που είναι βίαιοι εξωραϊσμοί φυσικών περιοχών με παγκάκια, αποψιλώσεις και πλακοστρώσεις, «περιβαλλοντική διαχείριση» από άσχετους με καταστροφικές παρεμβάσεις (π.χ., άνοιγμα «μπούκας» σε κλειστούς παράκτιους υγροτόπους), «περιβαλλοντικό επιχειρείν ή καταναλώνειν» με βαρύ οικολογικό αποτύπωμα κ.ο.κ. Όλα επικαλούνται «περιβαλλοντικό προφίλ» ενώ, στην πραγματικότητα, έχουν αρνητικές επιπτώσεις στην άγρια φύση ή προωθούν αντιπεριβαλλοντικές συμπεριφορές. Επίσης, δεσμεύουν πολύτιμους πόρους σε άχρηστα ή δευτερεύοντα έργα, στερώντας τους από τις πρωτεύουσες δράσεις προστασίας και διαχείρισης της φύσης (π.χ. όταν το μεγαλύτερο μέρος του Πράσινου Ταμείου πηγαίνει σε μονοπάτια).


Αντιμετωπίζοντας το λαϊκισμό
Σχεδόν για όλα τα αρνητικά παραδείγματα που αναφέραμε υπάρχουν αντίστοιχα θετικά, από άτομα ή φορείς που, εκτός από ευαισθησία, διέθεταν γνώση και υπευθυνότητα. Ποιος, όμως, θα διακρίνει τη διαφορά ανάμεσα στο σωστό και το λάθος για την άγρια φύση; Π.χ., ανάμεσα στον καθαρισμό που «ξύρισε» μια παραλία και σε εκείνον που άφησε πίσω χόρτα και φύκια;

Ο λαϊκισμός αντιμετωπίζεται (μετριάζεται) μόνο όταν οι αποδέκτες, οι πολίτες, αποκτήσουν ένα βασικό επίπεδο περιβαλλοντικού αλφαβητισμού, δηλαδή γνώσεις και δεξιότητες. Αυτή, άλλωστε, είναι σήμερα η θεμελιώδης προϋπόθεση συνύπαρξης του ανθρώπου με την άγρια φύση. Ευθύνη όσων εμπλέκονται με εκπαίδευση-επικοινωνία, ειδικά της Περιβαλλοντικής Εκπαίδευσης, είναι να περάσουν από το εύκολο στάδιο της ευαισθητοποίησης στη δύσκολη μάχη κατά του περιβαλλοντικού αναλφαβητισμού. Για τη φύση δεν μετρούν οι καλές προθέσεις. Μετρούν οι καλές συμπεριφορές.



Τουλάχιστον, κάθε φορά που θέλουμε να δράσουμε ή να χρηματοδοτήσουμε «για το περιβάλλον», ας τηρούμε τη λογική σειρά: α) ποιο είναι το «αντικείμενο προστασίας», β) ποιο είναι το πρόβλημα που χρειάζεται επίλυση, γ) πώς θα το πετύχουμε. Τόσο απλό, τόσο δύσκολο...
Ρόλος της εκπαίδευσης δεν είναι να συγκινήσει αλλά να διδάξει. 
Π.χ., τι συμβαίνει στη μεσογειακή φύση μετά την πυρκαγιά

 



1 σχόλιο: